μοναδικά επιπλα tv σε ομορφιά και πολυπλοκότητα

Όπως στο Μόναχο καν στην Κοπεγχάγη. Όμως ήταν μοναδικά επιπλα tv σε ομορφιά και πολυπλοκότητα και ίσως τεχνικά ανώτερα από άλ­λα του είδους τους. Οι  ξαπλωστρες που είχαν προστεθεί στα μέσα του δέκατου έβδομου αιώνα αύξαναν τη γοητεία τους. Η αρχική εργασία έγινε από κάποιον άγνωστο, ο οποίος  πήρε εκατόν πενήντα χρυσά νομίσματα από το δήμαρχο για να φτιάξει τον ρότορα, όπως ονομαζόταν  στα παλιά  κείμενα. Στο τέλος του ίδιου αιώνα εμφανίζεται έ­νας επιπλοποιός ο οποίος έδεσε το όνομα του με τα επιπλα μπανιου. Διάβασε με έκπληξη ότι το πραγματικό όνομα αυτού του ανθρώπου, που στην εποχή του τον προσφωνούσαν Μάστερ, ήταν Γιάννης, δηλαδή  τρέχα γύρευε! Χαμογέλασε. Σ’ αυτή την ιστορία με τα επιπλα πατρα είχε πάψει να πιστεύει στις συμπτώσεις. Ο θρύλος έ­λεγε ότι μετά τη μαστορική εργασία του Κώστα, το επιπλο ήταν ένα μικρό θαύμα ομορφιάς και τέχνης, επιστήμης και τεχνικής. Το δημοτικό συμβούλιο τότε, φοβούμενο μήπως ο Κώστας φύγει από την πόλη και φτιάξει αλλού κάτι ανάλογης τελειότητας, πή­ρε απόφαση να τον έκανε καθηγητή!

Αυτοί που γνωρίζουν τα επιπλα μπανιου

- Δεν καταλαβαίνεις ότι προηγούνται αυτοί που γνωρίζουν τα επιπλα μπανιου; του πέτα­ξε  με αυστηρότητα.
Σήκωσε τους ώμους και τον ακολούθησε χωρίς να ξαναμιλήσει. Κατάλαβε μέσες άκρες ότι τούτη η νυχτερίδα ήξε­ρε κάτι περισσότερο απ’ ό,τι ο πολύς κόσμος. Σαν να ήταν ο τό­πος του επιπλου το βασίλειο του. Κάθε κρυφή γωνιά, κάθε ράφι, κάθε μυστικό, καθετί μικρό ή μεγάλο μέσα στο χώρο ήταν σαν ανοικτό βιβλίο γι’ αυτόν.
Έφτασαν στην πιο απόμακρη και σκοτεινή περιοχή του  χώρου. Ενώ στο υπόλοιπο δωμάτιο οι πόρτες ή­ταν σφιχταγκαλιασμένες και στοιβαγμένες η μια πάνω στην άλ­λη, εδώ βρέθηκαν μπροστά σε μία και μοναδική ταπεινή πέτρα. Δίπλα υπήρχε ένα βουναλάκι βότσαλα. Ήταν το έθιμο  από την εποχή που δεν υπήρχαν επιπλα πατρα. Η πέτρα έμοιαζε τε­τράγωνη. Φαινόταν παμπάλαιη, αν κι  δεν μπορούσε να είναι σίγουρος, γιατί ήταν γεμάτη πυκνούς ιστούς αράχνης και μισοκαλυπτόταν από αρρωστιάρικη πρασινάδα. «Τοιούτον εστί», έδειξε την πέτρα. Το αλάνθαστο ραντάρ του όμως συνέλαβε στον κρύο αέρα τη δυσπιστία του. Πώς θα μπορούσε ένα τόσο ταπεινό και α­πόμερο  να ήταν η  κατοικία ενός από τους πιο επιφανείς ανθρώπους της φυλής του;

οι δύο άντρες που είχαν συνδέσει τις ζωές τους με τα επιπλα

Όμως αυτός είχε έτοιμη μια αντιπρόταση. Θα του επέτρεπε  να ασχοληθεί με τη μελέτη του σχεδίου μόνο εφόσον τον έ­παιρνε για βοηθό του. Ήλπιζε με αυτόν τον τρόπο ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις γνωριμίες του για να ανέλθει στα κοινωνικά στρωματα. Το σκέφτηκε για πολλή ώρα. Στο τέλος συμφώνησε. Έτσι οι δύο άντρες είχαν συνδέσει τις ζωές τους με τα επιπλα.
Ο τεχνίτης αποτίναξε τις αναμνήσεις του και ανέβηκε τη σκάλα ί­σαμε το εργαστήρι του. Το φόρτωμα του φορτηγού προχωρούσε κανονι­κά. Όλα τα κιβώτια, τα στρωματα, οι μπόγοι και οι σάκοι τους κόντευαν να φορτωθούν. Είχε αναλάβει την επισκόπηση του έργου προσέχοντας να μη σπάσει κάτι πολύτιμο αντικείμενο. Οι γυναίκες τους είχαν ήδη φο­ρέσει τα κατάλληλα ρούχα για το ταξίδι και ετοίμαζαν το τελευταίο γεύ­μα στην κουζίνα πριν αναχωρήσουν για την παραλία. Έμεναν κά­ποιες τελευταίες λεπτομέρειες να διευθετηθούν. Κι αυτές ήταν προ­σωπική υπόθεση του δόκτορα.

Τα επιπλα tv που θα έβλεπε

Μισή ώρα αργότερα η σκεπαστή άμαξα, που την έσερναν έξι δυνατά γερμανικά άλογα, σταμάτησε κοντά στην εκκλησία της πόλης. Ο βοηθός του αμαξά έσπευσε να ανοίξει τις πόρτες και να προ­σαρμόσει μια μικρή ξύλινη σκάλα στο άνοιγμα. Ο ξένος περίμενε υ­πομονετικά να κατέβουν όλοι. Δε βιαζόταν ιδιαίτερα, οι μπουφεδες μπορούσαν να περιμένουν. Στην πόλη ετού­τη αισθανόταν σαν στο σπίτι του. Όταν κατέβηκε, η σκόνη, που είχε ση­κωθεί με το σταμάτημα των αλόγων, είχε πια κατακαθίσει. Εντούτοις ο άντρας με τη μικρή φαλάκρα τίναξε με επιμέλεια τη μουσταρδί φο­ρεσιά του, που σε έναν παρατηρητικό περαστικό θα μαρτυρούσε την αγ­γλική καταγωγή του νεοφερμένου. Βοήθησε τον αμαξά να κατεβάσει με προσοχή το μπαούλο του από την οροφή της άμαξας όπου ήταν δε­μένο. Σήκωσε το χέρι κι ένας νεαρός αχθοφόρος προσέτρεξε σε βοή­θεια. Αφού ο νέος ζαλώθηκε το μπαούλο, που δεν ήταν ιδιαίτερα βα­ρύ, ο Εγγλέζος τον κατεύθυνε προς το σπίτι του, δυο τρία στενά πίσω από την εκκλησία. Τα επιπλα tv που θα έβλεπε τον ενδιέφεραν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.

Τα λεφτά για τα επιπλα που δεν χρειαζόμουν

Μια μέρα ήρθε και με βρήκε με μια επιταγή. Δεν ήθελα να τη δεχτώ, αλλά η προσφορά ήταν δελεαστική, πολλά τα λεφτά για επιπλα που δεν χρειαζόμουν. Ήταν η μόνη σανίδα σωτηρίας. Ή τουλάχιστον η μόνη που ήρθε να με βρει μόνη της. Δέχτηκα. Πήγαμε στην αποθήκη. Δεν ξέρω αν το σαλονι μου υπάρχει από την επισκευή ή από τύχη, που είδε την τέχνη αυτού του ανθρώπου. Από τότε στο εργοστάσιο υπάρχει   μια μικρή ασπρόμαυρη φωτογραφία του καναπε». Ο άνδρας είχε δακρύσει. Ρούφηξε τη μύ­τη του. «Κρύωσα», είπε για να δικαιολογηθεί. Και συνέχισε: «Δεν ξέρω που βρήκε εκείνο το ποσό. Υποψιάζομαι ότι ήταν χρήματα της τράπεζας. Αυτός είχε τα μέσα. Ο θείος  όχι. Δε θα μάθω ποτέ πώς του τα απέσπασε, αν τελικά τα πήρε από κει. Δεν έ­χει σημασία. Εκείνο που μέτρησε για μένα ήταν  η πρά­ξη, για την οποία δεν έχω πια λόγια. Εσύ είσαι φίλος του. Άρα και  δικός μου τώρα πια. Ό,τι επιπλα και να μου ζητήσεις, θα  τα έχεις. Να το ξέρεις αυτό».

Νέα επιπλα σε παλιά δωμάτια ξενοδοχείου.

«Υπέροχη! Ετοιμάζω ένα συγκλονιστικό ρεπορτάζ. Αν μάθεις οτιδήποτε για τα νέα επιπλα, θέλω να με ειδοποιήσεις. Αν μου χρωστάς χάρη, όπως λες, απαιτώ να με ενημερώσεις»,
«Για τους άλλους καλύτερα να μη ρωτήσω», συμπλήρωσε , και αυτή τη φορά γέλασαν και οι δύο.
Όταν έκλεισε κοίταξε γύρω του. Το μαγαζί κόντευε ν’ αδειά­σει. Το καμπάρι του ήταν σχεδόν άθικτο. Ήπιε μια γουλιά, πλή­ρωσε κι έφυγε. Περπάτησε λίγο και χάζεψε για λίγο τα πλωτά εστιατόρια. Μετά πήρε ταξί για το ξε­νοδοχείο του. Κοιμήθηκε για ένα ακόμα βράδυ ανήσυχα. Δεν ο­νειρεύτηκε όμως, όπως θα περίμενε κανείς, κάτι σχετικό με τα γε­γονότα της μέρας. Αντιθέτως, ονειρεύτηκε ξανά το μικρό κορι­τσάκι, ντυμένο στα λευκά και σε λευκό φόντο, να τον κοιτάζει, σαν να περίμενε ν’ ακούσει κάτι από τα χείλη του, χωρίς το γνω­στό της χαμόγελο, σοβαρά, για ώρα πολλή.
Το επόμενο πρωί ξύπνησε κακόκεφος, έριξε μια ματιά στα επιπλα και κατέβηκε στο ισόγειο για πρωινό, πράγμα που δε συνήθιζε, μα τελικά δεν το ακούμπησε. Κατάφερε ωστόσο να πιει αρκετά φλιτζάνια γαλλικό καφέ.

διάσταση από τα συρτάρια πάνω από το κρυφό ράφι

Η κατάσταση του επίπλου σε μια νεα διάσταση, αυτή του ενδιαμέσου. Κατέβασε το καπάκι ένα επίπεδο πιο κάτω. Στήριξε όλα τα ράφια σε νέες βάσεις  όλες  τις ακμές  να τις βάλεις σε μια ευθεία. Οι ελπίδες να βγει το σύνολο σαν σε  ένα μαύρο σύννεφο. Πρόσθεσε τα θραύσματα   του διαλυμένου σετ κρεβατοκάμαρας από ξύλο καρυδιάς. Κρέμασε τα υπόλοιπα επιπλα στην θέση τους του. Αισθάνθηκε την ανάγκη να βρει το πρώτο μεταφορικό μέσο και να γυρίσει σπίτι του. Ή να βρει τον πρώτο ώμο και να κλάψει πάνω του.Ξαφνικά, και ενώ νόμιζε ότι όλη η ενέργεια του είχε απο­στραγγιστεί στο σιφόνι της απογοήτευσης, ένιωσε μια πρωτόγο­νη ζωική παρόρμηση να τον κυριεύει. Έτρεξε στην κουζίνα σκου­ντώντας τα επιπλα γύρω του. Άνοιξε τα συρτάρια με βία και τρά­βηξε ένα αιχμηρό κουζινομάχαιρο με ατσάλινη λάμα. Ανέβηκε πε­τώντας τις σκάλες και έτρεξε ξεφυσώντας προς τη γωνία. Βάλ­θηκε να πολεμάει να εισχωρήσει το μαχαίρι στην απειροελάχι­στη σχισμή του κρυφού ραφιού.

Μετάβαση σε εναν ήσυχο και γραφικό χώρο.

Αφιέρωσε το υπόλοιπο απόγευμα σ’ έναν ύπνο βάλ­σαμο. Είχε ήδη ρυθμίσει να φύγει με το νυχτερινό λεωφορείο. Από κει θα έπαιρνε ταξί. Το σπίτι στη γραφική βραχονησίδα ήταν κληρονομιά της οικογένειας από τη γιαγιά του, με υπέροχα επιπλα. Ο πατέρας του δε χρειαζόταν ένα σπίτι στον ξερότοπο, όπως έλεγε, κι έτσι του είχε αγοράσει το μερίδιο του. Δεν πήγαινε πολύ συχνά, εντούτοις διατηρούσε το σπίτι σε πολύ καλή κατάσταση. Είχε φιλοξενηθεί εκεί αρκετές φορές. Μάλιστα μετά το θάνατο των γονιών του είχε μείνει για δυο μή­νες. Ήταν μια περίοδος περισυλλογής, κι εκείνη η γωνία της Ελλάδας, παρά τον τουρισμό που είχε πάντα, προσφερόταν για κάτι τέτοιο.Ο σταθμός των υπεραστικών λεωφορείων το βράδυ ήταν ή­συχος. Κυκλοφορούσαν μόνο μερικοί άστεγοι που έψαχναν να βρουν γωνία για να στρώσουν τη χαρτονένια κλίνη τους, μερικοί νυσταγμένοι ταξιδιώτες και κάποιοι κουρασμένοι από το ταξίδι τους. Μια βαριεστημένη υπάλληλος σέρβιρε έναν καφέ χάλια. Άναψε τσιγάρο και βάλθηκε να παρατηρεί τα αραιά πηγαινέλα των ανθρώπων. Κάτι φαντάροι με στολές εξόδου συ­ζητούσαν ζωηρά για ποδόσφαιρο δυο τραπέζια πιο πέρα. Παρατήρησε για λίγο τα επιπλα, ήταν όλα παλιά σχέδια, ανάλογα με το στιλ του σταθμού, όποιος τα είχε αγοράσει δεν είχε καθόλου γούστο.

Η βροχή που έλουζε τα νεα υποστρωματα

Κοίταξα έξω από το παράθυρο. Ξαφνικά ο ήχος της βροχής μου άρεσε περισσότερο από ποτέ. Τα επιπλα φαίνονταν διαφορετικά. Σήκωσα το ακουστικό και τον κάλεσα την ίδια στιγμή, χωρίς να σκεφτώ αν έπρεπε ή όχι. Ξαφνιάστηκε ευχάριστα, γιατί ήταν σίγουρος ότι θα τον αγνοούσα. Ενδιαφέρθηκε για το πώς είχα περάσει τη μέρα μου. Δεν ηρέμησε ούτε όταν φτάσαμε στο σπίτι, ούτε όταν του έδωσα το δώρο του από την αρχικη, ένα ωραιότατο μπουφάν , που το είχα κρεβάτιαπάρει μόνο είκοσι πέντε ευρώ, κόπια φυσικά, και την αγαπημένη του κολόνια, από την γνωστή εταιρια, που είχε στοιχίσει πολύ περισσότερο. Μου είπε ένα απλό ευχαριστώ και μετά με ρώτησε αν είχα διάθεση να του μαγειρέψω, γιατί όλες αυτές τις μέρες έτρωγε πρόχειρα στο μπάρ. Παρότι ήμουν πτώμα από το ξενύχτι της προηγούμενης μέρας, τον ελάχιστο ύπνο, το ταξίδι, μπήκα στην κουζίνα. Το ράφι με καλωσόρισε πρώτο, από όλα τα επιπλα ήταν το μόνο που με στραβοκοίταζε. Δεν του έδωσα σημασία. Έφτιαξα μια περιποιημένη καρμπονάρα, έτσι όπως μου είχε πει ο σεφ να τη φτιάχνω, ενώ το ράφι μου έριχνε βλέμματα συμπόνιας.

σαλόνι γάμου

Είδα προσωπικά το θέμα και ή τελική τιμή έκλεισε για τα διακόσια πενήντα άτομα, διακόσια είκοσι δικά μου και τριάντα του γαμπρού. Τελικά ήρθαν τριακόσια!
Οι τεράστιες ροτόντες ήταν στρωμένες με λινά λευκά τραπεζομάντιλα και ή αίθουσα καταστόλιστη. Όλα ήταν άψογα. Τα επιπλα, τα τραπεζια, οι καρέκλες, ο φωτισμοσ, το φαγητό, ή μουσική, το ποτό, ή καλή θέρμανση, το άψογο σέρβις και πάνω απ’ όλα ή καλή διάθεση όλων, ήρθε και έδεσε το κέφι μέχρι και έξω από το μαγαζί, όπου είχαν στήσει γλέντι κάποιοι που είχαν ζεσταθεί υπερβολικά.
Και να τα βαλς, και να τα ντίσκο, και να τα τσιφτετέλια, και να τα ζεϊμπέκικα, και τα μπάρ και ήρθε ο γαμπρός μου και μεράκλωσε και έβγαλε σακάκια, έβγαλε παπιγιόν και έριξε τις βόλτες του και καταχειροκροτήθηκε. Του άξιζε. Χόρεψα κι εγώ, όμως όχι πολύ.
Ήταν τόσο πολλές οι ευχές που δεχόμουν, ώστε δεν πρόλαβα ούτε μπουκιά να βάλω στο στόμα μου. Μόνο τούρτα έφαγα. Σαν ήρθε ή ώρα, έσβησαν τα φώτα, άρχισε να παίζει ή ορχήστρα το εμβατήριο του γάμου, ήρθε ή πενταώροφη τούρτα στολισμένη με το ζαχαρένιο γαμπρό και τη νύφη, την κόψαμε, τη δοκιμάσαμε, ήπιαμε σαμπάνιες και χορέψαμε σφιχταγκαλιασμένοι μπροστά στα βλέμματα θαυμασμού και συμπάθειας όλων, μοδα είναι θα περάσει.

Copyright © All Rights Reserved · Green Hope Theme by Sivan & schiy · Proudly powered by WordPress