Τα λεφτά για τα επιπλα που δεν χρειαζόμουν

Μια μέρα ήρθε και με βρήκε με μια επιταγή. Δεν ήθελα να τη δεχτώ, αλλά η προσφορά ήταν δελεαστική, πολλά τα λεφτά για επιπλα που δεν χρειαζόμουν. Ήταν η μόνη σανίδα σωτηρίας. Ή τουλάχιστον η μόνη που ήρθε να με βρει μόνη της. Δέχτηκα. Πήγαμε στην αποθήκη. Δεν ξέρω αν το σαλονι μου υπάρχει από την επισκευή ή από τύχη, που είδε την τέχνη αυτού του ανθρώπου. Από τότε στο εργοστάσιο υπάρχει   μια μικρή ασπρόμαυρη φωτογραφία του καναπε». Ο άνδρας είχε δακρύσει. Ρούφηξε τη μύ­τη του. «Κρύωσα», είπε για να δικαιολογηθεί. Και συνέχισε: «Δεν ξέρω που βρήκε εκείνο το ποσό. Υποψιάζομαι ότι ήταν χρήματα της τράπεζας. Αυτός είχε τα μέσα. Ο θείος  όχι. Δε θα μάθω ποτέ πώς του τα απέσπασε, αν τελικά τα πήρε από κει. Δεν έ­χει σημασία. Εκείνο που μέτρησε για μένα ήταν  η πρά­ξη, για την οποία δεν έχω πια λόγια. Εσύ είσαι φίλος του. Άρα και  δικός μου τώρα πια. Ό,τι επιπλα και να μου ζητήσεις, θα  τα έχεις. Να το ξέρεις αυτό».

Νέα επιπλα σε παλιά δωμάτια ξενοδοχείου.

«Υπέροχη! Ετοιμάζω ένα συγκλονιστικό ρεπορτάζ. Αν μάθεις οτιδήποτε για τα νέα επιπλα, θέλω να με ειδοποιήσεις. Αν μου χρωστάς χάρη, όπως λες, απαιτώ να με ενημερώσεις»,
«Για τους άλλους καλύτερα να μη ρωτήσω», συμπλήρωσε , και αυτή τη φορά γέλασαν και οι δύο.
Όταν έκλεισε κοίταξε γύρω του. Το μαγαζί κόντευε ν’ αδειά­σει. Το καμπάρι του ήταν σχεδόν άθικτο. Ήπιε μια γουλιά, πλή­ρωσε κι έφυγε. Περπάτησε λίγο και χάζεψε για λίγο τα πλωτά εστιατόρια. Μετά πήρε ταξί για το ξε­νοδοχείο του. Κοιμήθηκε για ένα ακόμα βράδυ ανήσυχα. Δεν ο­νειρεύτηκε όμως, όπως θα περίμενε κανείς, κάτι σχετικό με τα γε­γονότα της μέρας. Αντιθέτως, ονειρεύτηκε ξανά το μικρό κορι­τσάκι, ντυμένο στα λευκά και σε λευκό φόντο, να τον κοιτάζει, σαν να περίμενε ν’ ακούσει κάτι από τα χείλη του, χωρίς το γνω­στό της χαμόγελο, σοβαρά, για ώρα πολλή.
Το επόμενο πρωί ξύπνησε κακόκεφος, έριξε μια ματιά στα επιπλα και κατέβηκε στο ισόγειο για πρωινό, πράγμα που δε συνήθιζε, μα τελικά δεν το ακούμπησε. Κατάφερε ωστόσο να πιει αρκετά φλιτζάνια γαλλικό καφέ.

διάσταση από τα συρτάρια πάνω από το κρυφό ράφι

Η κατάσταση του επίπλου σε μια νεα διάσταση, αυτή του ενδιαμέσου. Κατέβασε το καπάκι ένα επίπεδο πιο κάτω. Στήριξε όλα τα ράφια σε νέες βάσεις  όλες  τις ακμές  να τις βάλεις σε μια ευθεία. Οι ελπίδες να βγει το σύνολο σαν σε  ένα μαύρο σύννεφο. Πρόσθεσε τα θραύσματα   του διαλυμένου σετ κρεβατοκάμαρας από ξύλο καρυδιάς. Κρέμασε τα υπόλοιπα επιπλα στην θέση τους του. Αισθάνθηκε την ανάγκη να βρει το πρώτο μεταφορικό μέσο και να γυρίσει σπίτι του. Ή να βρει τον πρώτο ώμο και να κλάψει πάνω του.Ξαφνικά, και ενώ νόμιζε ότι όλη η ενέργεια του είχε απο­στραγγιστεί στο σιφόνι της απογοήτευσης, ένιωσε μια πρωτόγο­νη ζωική παρόρμηση να τον κυριεύει. Έτρεξε στην κουζίνα σκου­ντώντας τα επιπλα γύρω του. Άνοιξε τα συρτάρια με βία και τρά­βηξε ένα αιχμηρό κουζινομάχαιρο με ατσάλινη λάμα. Ανέβηκε πε­τώντας τις σκάλες και έτρεξε ξεφυσώντας προς τη γωνία. Βάλ­θηκε να πολεμάει να εισχωρήσει το μαχαίρι στην απειροελάχι­στη σχισμή του κρυφού ραφιού.

Μετάβαση σε εναν ήσυχο και γραφικό χώρο.

Αφιέρωσε το υπόλοιπο απόγευμα σ’ έναν ύπνο βάλ­σαμο. Είχε ήδη ρυθμίσει να φύγει με το νυχτερινό λεωφορείο. Από κει θα έπαιρνε ταξί. Το σπίτι στη γραφική βραχονησίδα ήταν κληρονομιά της οικογένειας από τη γιαγιά του, με υπέροχα επιπλα. Ο πατέρας του δε χρειαζόταν ένα σπίτι στον ξερότοπο, όπως έλεγε, κι έτσι του είχε αγοράσει το μερίδιο του. Δεν πήγαινε πολύ συχνά, εντούτοις διατηρούσε το σπίτι σε πολύ καλή κατάσταση. Είχε φιλοξενηθεί εκεί αρκετές φορές. Μάλιστα μετά το θάνατο των γονιών του είχε μείνει για δυο μή­νες. Ήταν μια περίοδος περισυλλογής, κι εκείνη η γωνία της Ελλάδας, παρά τον τουρισμό που είχε πάντα, προσφερόταν για κάτι τέτοιο.Ο σταθμός των υπεραστικών λεωφορείων το βράδυ ήταν ή­συχος. Κυκλοφορούσαν μόνο μερικοί άστεγοι που έψαχναν να βρουν γωνία για να στρώσουν τη χαρτονένια κλίνη τους, μερικοί νυσταγμένοι ταξιδιώτες και κάποιοι κουρασμένοι από το ταξίδι τους. Μια βαριεστημένη υπάλληλος σέρβιρε έναν καφέ χάλια. Άναψε τσιγάρο και βάλθηκε να παρατηρεί τα αραιά πηγαινέλα των ανθρώπων. Κάτι φαντάροι με στολές εξόδου συ­ζητούσαν ζωηρά για ποδόσφαιρο δυο τραπέζια πιο πέρα. Παρατήρησε για λίγο τα επιπλα, ήταν όλα παλιά σχέδια, ανάλογα με το στιλ του σταθμού, όποιος τα είχε αγοράσει δεν είχε καθόλου γούστο.

Η βροχή που έλουζε τα νεα υποστρωματα

Κοίταξα έξω από το παράθυρο. Ξαφνικά ο ήχος της βροχής μου άρεσε περισσότερο από ποτέ. Τα επιπλα φαίνονταν διαφορετικά. Σήκωσα το ακουστικό και τον κάλεσα την ίδια στιγμή, χωρίς να σκεφτώ αν έπρεπε ή όχι. Ξαφνιάστηκε ευχάριστα, γιατί ήταν σίγουρος ότι θα τον αγνοούσα. Ενδιαφέρθηκε για το πώς είχα περάσει τη μέρα μου. Δεν ηρέμησε ούτε όταν φτάσαμε στο σπίτι, ούτε όταν του έδωσα το δώρο του από την αρχικη, ένα ωραιότατο μπουφάν , που το είχα κρεβάτιαπάρει μόνο είκοσι πέντε ευρώ, κόπια φυσικά, και την αγαπημένη του κολόνια, από την γνωστή εταιρια, που είχε στοιχίσει πολύ περισσότερο. Μου είπε ένα απλό ευχαριστώ και μετά με ρώτησε αν είχα διάθεση να του μαγειρέψω, γιατί όλες αυτές τις μέρες έτρωγε πρόχειρα στο μπάρ. Παρότι ήμουν πτώμα από το ξενύχτι της προηγούμενης μέρας, τον ελάχιστο ύπνο, το ταξίδι, μπήκα στην κουζίνα. Το ράφι με καλωσόρισε πρώτο, από όλα τα επιπλα ήταν το μόνο που με στραβοκοίταζε. Δεν του έδωσα σημασία. Έφτιαξα μια περιποιημένη καρμπονάρα, έτσι όπως μου είχε πει ο σεφ να τη φτιάχνω, ενώ το ράφι μου έριχνε βλέμματα συμπόνιας.

σαλόνι γάμου

Είδα προσωπικά το θέμα και ή τελική τιμή έκλεισε για τα διακόσια πενήντα άτομα, διακόσια είκοσι δικά μου και τριάντα του γαμπρού. Τελικά ήρθαν τριακόσια!
Οι τεράστιες ροτόντες ήταν στρωμένες με λινά λευκά τραπεζομάντιλα και ή αίθουσα καταστόλιστη. Όλα ήταν άψογα. Τα επιπλα, τα τραπεζια, οι καρέκλες, ο φωτισμοσ, το φαγητό, ή μουσική, το ποτό, ή καλή θέρμανση, το άψογο σέρβις και πάνω απ’ όλα ή καλή διάθεση όλων, ήρθε και έδεσε το κέφι μέχρι και έξω από το μαγαζί, όπου είχαν στήσει γλέντι κάποιοι που είχαν ζεσταθεί υπερβολικά.
Και να τα βαλς, και να τα ντίσκο, και να τα τσιφτετέλια, και να τα ζεϊμπέκικα, και τα μπάρ και ήρθε ο γαμπρός μου και μεράκλωσε και έβγαλε σακάκια, έβγαλε παπιγιόν και έριξε τις βόλτες του και καταχειροκροτήθηκε. Του άξιζε. Χόρεψα κι εγώ, όμως όχι πολύ.
Ήταν τόσο πολλές οι ευχές που δεχόμουν, ώστε δεν πρόλαβα ούτε μπουκιά να βάλω στο στόμα μου. Μόνο τούρτα έφαγα. Σαν ήρθε ή ώρα, έσβησαν τα φώτα, άρχισε να παίζει ή ορχήστρα το εμβατήριο του γάμου, ήρθε ή πενταώροφη τούρτα στολισμένη με το ζαχαρένιο γαμπρό και τη νύφη, την κόψαμε, τη δοκιμάσαμε, ήπιαμε σαμπάνιες και χορέψαμε σφιχταγκαλιασμένοι μπροστά στα βλέμματα θαυμασμού και συμπάθειας όλων, μοδα είναι θα περάσει.

νεα μοδα

Οι νέοι εργάτες, χαμάληδες και ταξιτζήδες οι περισσότεροι, είχαν τα μάτια χαμηλωμένα, όταν περνούσαν από μπροστά σου, ούτε καλημέρα δε σου λέγαν. Οι γυναίκες τους πάλι με κοίταζαν εχθρικά και μουρμούριζαν. Άλλαξε η στάση τους λίγο, όταν ξέσπασε επιδημία και τα μισά σπίτια της γειτονιάς είχαν κρεμάσει κίτρινα πανιά στις καρέκλες. Ένα σωρό γάτες πέθαναν τότε, τα έβγαζαν σε μικρές ξύλινες κάσες. Κίτρινα, αφυδατωμένα από τη δυσεντερία, σαν μούμιες. Βοήθησα όσο μπόρεσα, δε με φόβιζε η αρρώστια αλλά και τι να κάνεις; Τα απόνερα τρέχαν στους δρόμους, τα κουνούπια σύννεφο, πώς να τα πολεμήσεις όλα αυτά! Τα επιπλα έτριζαν από την πολυκαιρία, τα σεμιναρια δεν ήταν επαρκή. Ακόμη κι ο καιρός ήταν αλλιώτικος εδώ πέρα. Το χειμώνα ξύριζε το ξεροβόρι και έφτανε να αρπάζει κεραμίδια από τις στέγες, και το κρύο ορμούσε από τις χαραμάδες, το καλοκαίρι βαρούσε η κάψα και τσουρούφλιζε, κι η βαριά ανυπόφορη υγρασία δε σε άφηνε να αναπνεύσεις. Τα υποστρωματα τα έβγαζαν στον ήλιο μόνο το μεσημέρι.

Φυσικός Κόσμος

Αποφάσισα να μη γίνω βαρετός, στον ίδιο μου τον εαυτό πάνω από όλα, και να σας προτείνω να διαβάσετε όχι κάποιο βιβλίο αλλά να διαβάσετε με έναν τρόπο που αρέσει σε εμένα να διαβάζω και να με διαβάζουν. Πίσω από τις γραμμές. Με φαντασία και διάθεση συνομωσιολογική. Γιατί άλλωστε κι όλα τα επιπλα του κόσμου είναι μια συνωμοσία για εκδίκηση της φύσης εναντίον μας. Τώρα βέβαια θα μου απαντήσετε εσείς: να διαβάσουμε όπως μας προτείνεις αλλά πώς; Δε σε καταλαβαίνουμε. Εντάξει λοιπόν σας δίνω ένα προϊόν ή μάλλον δύο προϊόντα. Το μακρινό ταξίδι  είναι μια περίτεχνη χρήση αλληγορίας που αποδεικνύει πως και τα πιο απλά πράγματα κρύβουν μέσα τους μαγεία. Το ταξίδι που τελικά καταλήγει με κάποιο περίεργο τρόπο να γίνει ολόκληρη η ζωή του μικρού, μας ανατείνει ψυχικά κάνοντας την καρδιά μας να μοιάζει με ένα μεγάλο, φωτεινό χαμόγελο.
Από την άλλη μεριά, ένα αθώο, ονειροπόλο αγόρι από άλλο πλανήτη ταξιδεύει στη γη για να γνωρίσει νέα πράγματα. Ένας ρεαλιστής πιλότος που το αεροπλάνο του έχει πέσει στη μέση της ερήμου τον συναντά. Οι συνύπαρξη των δύο αυτών ηρώων σαν σύμβολα είναι ένας πόλεμος ανάμεσα στον απόλυτο ορθολογισμό και την άναρχη φαντασία. Ένας πόλεμος που μας δίνει την ελπίδα πως κάτι όμορφο πάντα υπάρχει μέσα στη γκρίζα, καθημερινή μας ζωή.
Για το τέλος ένα μικρό κουίζ του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ από τον Μικρό Πρίγκιπα. Κοιτάξτε καλά τις παρακάτω εικόνες. Εντοπίστε τις τιμές. Τις βρήκατε; Αν ναι τότε χάσατε γιατί οι τιμές δε διαφέρουν σε τίποτα, είναι ακριβώς ίδιες. Όχι όχι η πρώτη δεν είναι ένα καπέλο και η δεύτερη δεν είναι ένας ελέφαντας. Και οι δύο απεικονίζουν ένα φίδι που έχει καταπιεί έναν ελέφαντα!

Copyright © All Rights Reserved · Green Hope Theme by Sivan & schiy · Proudly powered by WordPress